Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Η Ελληνίδα στην Επανάσταση του 1821


Πρόσφερε πολλά η Ελληνίδα στην υπόθεση της λευτεριάς. Στάθηκε ήρωας αληθινός δίπλα στον άντρα της και στα παιδιά της κι όλοι μαζί σήκωσαν το φλάμπουρο του ξεσηκωμού.
Όταν το σκοτάδι της τούρκικης σκλαβιάς σκέπαζε το ματοβαμμένο τόπο μας κι όλα ήταν σιωπηλά, γιατί τα έσκιαζε η φοβέρα, όπως λέει ο ποιητής, η Ελληνίδα μητέρα ήταν αυτή που έδωσε ψυχή απ’ την ψυχή της στα φοβισμένα παιδιά της, τα βύζαξε με το γάλα της λευτεριάς και τα έθρεψε μ’ έναν καημό: να ζήσουν και να πεθάνουν σ’ ένα λεύτερο τόπο. Κι όταν με τα χρόνια και τους καιρούς ήρθε η στιγμή του ξεσηκωμού, η ίδια ανέμισε το μπαϊράκι στον ξάστερο αέρα κι έσυρε μακρόσυρτη φωνή, που έκανε ν’ αντιλαλήσουν τα βουνά και οι θάλασσες:
- Έξω οι τύραννοι... Μακριά απ’ το ψωμί των παιδιών μου.
Η ίδια πάλι στόλισε τον άντρα της και τα παιδιά της με τις γιορτινές φορεσιές τους, ξεκρέμασε μέσ’ απ’ το τζάκι τα προγονικά όπλα, τα έπλυνε, τα λάδωσε και τους τα παράδωσε με την ευχή να τα γυρίσουν τιμημένα. Στητή και περήφανη τους ξεπροβοδίζει καθώς πηγαίνουν για τον πόλεμο. Ούτε ένα δάκρυ δε χύνει. Μα καθώς χάνονται στη στροφή του δρόμου, τότε τα μάτια της συννεφιάζουν και τα δάκρυά της τρέχουν βροχή.
Το βράδυ σκυμμένη μπροστά στο λυχνάρι μπαλώνει τα σκουτιά[1] των δικών της που λείπουνε στον πόλεμο. Αχ, ποιος ξέρει, αν θα τα ξαναφορέσουν... Τότε πάλι την πιάνουν τα δάκρυα κι η αυγή τη βρίσκει με το πρόσωπο χωσμένο στην πουκαμίσα του παιδιού της. Κλαίει, μα ποτέ φανερά. Καταπίνει τον πόνο της και δίνει κουράγιο απ’ το κουράγιο της στις άλλες γυναίκες. Αλλά μήπως κι αυτές δεν κάνουν το ίδιο;
Κι ο αγώνας φούντωσε σ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας. Και παντού πρώτη η Ελληνίδα. Όχι με λόγια, αλλά με έργα. Όπου χρειάστηκε, ζώστηκε το γιαταγάνι πάνω από το λερωμένο σκουτί της, τράβηξε μπροστά, ανοίγοντας την πορεία στη φάλαγγα, οδηγός και προφήτης μιας μυστικής και προαιώνιας λατρείας.
Ορθώθηκε τεράστια κι ακαταμάχητη μπροστά στο δυνάστη, σύμβολο ιερό ακατάβλητης θέλησης και σιδερένιας υπομονής. Ζύμωσε με τα χέρια της το μπαρούτι σα να ’τανε χριστόψωμο. Έραψε τη σκισμένη σημαία του αγώνα. Έσκισε τα βιβλία της εκκλησιάς και τα ’κανε φυσέκια. Πήρε το λάδι απ’ τα καντήλια να μαλακώσει τις πληγές των λαβωμένων. Ζαλώθηκε την κάσα με τα μπαρουτόβολα και τα τρόφιμα κι αγκομαχώντας ανέβηκε στα βουνά να συναντήσει τους αητούς που μάχονταν για τη λευτεριά.

Δε δάκρυσε μπροστά στον κόσμο, όταν της φέραν τα θλιβερά μαντάτα για το χαμό του γιού της. Το αιώνιο φρόνημα της Ελληνίδας μητέρας βαστούσε ακέραιο από τον καιρό της αρχαίας Σπάρτης. Ο θάνατος του παλληκαριού της δεν ξεπλένεται με δάκρυα, αλλά με εκδίκηση. Κάποτε, λίγα χρόνια πριν από το 21, ένας πασάς της Τρίπολης σκότωσε με δόλο έναν Μανιάτη καπετάνιο. Φέρανε το κουφάρι στο σπίτι του και τον έκλαιγαν. Μόνο η μάνα του δεν έκλαιγε. Σαν ήρθε η σειρά της να σύρει το μοιρολόι, σηκώθηκε επάνω με μάτια κόκκινα για εκδίκηση, κοίταξε το γειτονικό κάστρο που το κρατούσαν οι Τούρκοι και κραδαίνοντας το σπαθί του γιού της ξεφώνισε:
- Ο γιος μου δε θέλει κλάματα και μοιρολόγια. Θέλει ντουφέκι και σπαθί.
Και τράβηξε πρώτη για το κάστρο. Ως το βράδυ το κάστρο είχε πέσει. Κάποτε απόρθητο, λύγισε κάτω από την οργή μιας χαροκαμένης μάνας.
Σ’ εκείνα τα βραχοσπαρμένα μέρη της Μάνης οι γυναίκες στάθηκαν πιο πάνω κι απ’ τις αρχαίες Σπαρτιάτισσες. Με τα δρεπάνια πολέμησαν στο Διρό και διώξανε τους στρατιώτες του Ιμπραήμ. Το ρημοκλήσι, που είναι κοντά στα ξακουστά σπήλαια, ακόμη μολογάει την παλληκαριά τους. Μα όχι μόνο στη Μάνη.

Παντού οι Ελληνίδες κάναν το χρέος τους και πολέμησαν σαν άντρες. Γυναίκες της Κρήτης, του Σουλίου, της Νάουσας και των νησιών πέρασαν στο θρύλο, έγιναν τραγούδι. Ποιες να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τις γυναίκες που πέσανε στους βράχους του Ζαλόγγου και στους καταρράχτες της Νάουσας; Την Καρακάσαινα που τη βάλανε στο σακί με τα φίδια; Τη Μπουμπουλίνα που όργωσε τα πέλαγα; Τη Δόμνα Βισβίζη; Τη Μαντώ Μαυρογένους;

Αυτά πρόσφερε η Ελληνίδα στον αγώνα. Αλλά μήπως ο αγώνας δεν ήταν έργο δικό της; Αυτή γέννησε τους κατοπινούς ήρωες, αυτή τους θήλασε με μίσος για το δυνάστη, αυτή τους νανούριζε με τα κατορθώματα των παλιών, αυτή θέρμαινε την ψυχή τους με διηγήσεις και προφητείες και ξυπνούσε μέσα τους τη λαχτάρα για τη λευτεριά.
Καθόταν η χαροκαμένη μάνα του Κολοκοτρώνη κοντά στο τζάκι τις νύχτες του χειμώνα κι άναβε στα στήθια των παιδιών της άγουρους καημούς. Κι όλο ρωτούσε τους αμάλλιαγους αητούς της:
- Εσύ, Χρήστο, τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις;
- Εγώ θα κόψω έξι κεφάλια τούρκικα και θα τα βάλω στο ταγάρι.
- Εσύ, Γιάννη; ρωτούσε το Ζορμπά.
- Εγώ θα κόψω εκατό, να τα ’χω να πηδάμε τ’ Αϊ-Γιαννιού.
- Κι εσύ Θοδωράκη;
- Εγώ δε βάζω κεφάλια στο ταγάρι γιατί βρωμάνε. Μόνο θα διώξω τους Τούρκους απ’ το Μοριά, όπως ήθελε κι ο πατέρας.
Αυτή ήταν η Ελληνίδα σ’ εκείνα τα χρόνια τα δύσκολα. Κι έτσι έμεινε πάντα. Ακούραστη, δραστήρια, ακατάβλητη, πηγή αστείρευτη που απ’ αυτή αντλούμε δύναμη και στην ειρήνη και στον πόλεμο.



[1] Σκουτιά: ρούχα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου